Tumgik
#Κωνσταντίνος Τζούμας
justforbooks · 2 years
Photo
Tumblr media
📷 Photo above: Ο Κωνσταντίνος Τζούμας με την Ίζαμπελ Γουόρντ στη Νέα Υόρκη (που τον παντρεύτηκε για να μπορέσει να βγάλει αμερικανικό διαβατήριο).
Daily inspiration. Discover more photos at http://justforbooks.tumblr.com
13 notes · View notes
astratv · 2 years
Text
Κωνσταντίνος Τζούμας: Πλήθος κόσμου στην κηδεία του στο Α’ Νεκροταφείο
Κωνσταντίνος Τζούμας: Πλήθος κόσμου στην κηδεία του στο Α’ Νεκροταφείο
Το τελευταίο «αντίο» είπαν το μεσημέρι της Τετάρτης (29/6) συγγενείς και φίλοι στον Κωνσταντίνο Τζούμα. Η κηδεία του ηθοποιού, ραδιοφωνικού παραγωγού και συγγραφέα, που έφυγε από τη ζωή το Σάββατο σε ηλικία 78 ετών, πραγματοποιήθηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Το «παρών» έδωσαν και πολλοί συνεργάτες του, μεταξύ άλλων, ο Άγγελος Παπαδημητρίου, ο Ρήγας Αξελός, η Θέμις Μπαζάκα, ο Λάκης Γαβαλάς, ο…
Tumblr media
View On WordPress
0 notes
clevernews · 2 years
Text
Έφυγε από τη ζωή ο Κωνσταντίνος Τζούμας
Έφυγε από τη ζωή ο Κωνσταντίνος Τζούμας
Μετά από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο απεβίωσε σήμερα σε ηλικία 78 ετών ο Κωνσταντίνος Τζούμας, ηθοποιός, συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός. Είχε γεννηθεί το 1944 στον Πειραιά, σπούδασε υποκριτική και χορό σε Αθήνα και Νέα Υόρκη. Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε στις ταινίες: Γλυκιά Συμμορία, Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα, Ελευθέριος Βενιζέλος 1910 – 1927, Ακροπόλ, Οι απέναντι, Ρεμπέτικο,…
Tumblr media
View On WordPress
0 notes
rulinarulina · 2 years
Text
Έφυγε από τη ζωή ο Κωνσταντίνος Τζούμας (videos+photo)
Έφυγε από τη ζωή ο Κωνσταντίνος Τζούμας (videos+photo)
Έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 78 ετών, ο ηθοποιός, συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός Κωνσταντίνος Τζούμας. Ο Κωνσταντίνος Τζούμας γεννήθηκε το 1944 στον Πειραιά και μεγάλωσε στο Πασαλιμάνι και στην Αθήνα. Σπούδασε υποκριτική στην Αθήνα και χορό στη Νέα Υόρκη. Υπήρξε ραδιοφωνικός παραγωγός σε καθημερινή εκπομπή στον σταθμό «Εν Λευκώ», ενώ εξέδωσε τρία αυτοβιογραφικά βιβλία με τους τίτλους «Ως…
Tumblr media
View On WordPress
#45
0 notes
kastoriafm · 2 years
Text
Πέθανε ο Κωνσταντίνος Τζούμας
Σε ηλικία 78 ετών απεβίωσε σήμερα ο ηθοποιός, συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός Κωνσταντίνος Τζούμας. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1944 και μεγάλωσε στο Πασαλιμάνι και στην Αθήνα. Σπούδασε υποκριτική στην Αθήνα και χορό στη Νέα Υόρκη. Στον κινηματογράφο έχει εμφανιστεί στις ταινίες: Γλυκιά Συμμορία, Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα, Ελευθέριος Βενιζέλος 1910 – 1927, Ακροπόλ, Οι απέναντι, […]
The post Πέθανε ο Κωνσταντίνος Τζούμας appeared first on Kastoria Fm 9.15.
from Kastoria Fm 9.15 https://kastoriafm.gr/%cf%80%ce%ad%ce%b8%ce%b1%ce%bd%ce%b5-%ce%bf-%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b6%ce%bf%cf%8d%ce%bc%ce%b1%cf%82/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=%25cf%2580%25ce%25ad%25ce%25b8%25ce%25b1%25ce%25bd%25ce%25b5-%25ce%25bf-%25ce%25ba%25cf%2589%25ce%25bd%25cf%2583%25cf%2584%25ce%25b1%25ce%25bd%25cf%2584%25ce%25af%25ce%25bd%25ce%25bf%25cf%2582-%25cf%2584%25ce%25b6%25ce%25bf%25cf%258d%25ce%25bc%25ce%25b1%25cf%2582
0 notes
Text
Έφυγε ένας απο τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς μας, ο Κωνσταντίνος Τζούμας, ο πρωταγωνιστης του Δράκουλα των Εξαρχειων δίπλα στον Τζίμη Πανουση
Έφυγε ένας απο τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς μας, ο Κωνσταντίνος Τζούμας, ο πρωταγωνιστης του Δράκουλα των Εξαρχειων δίπλα στον Τζίμη Πανουση
Ένας απο τους πιο αξιόλογους Έλληνες ηθοποιούς αλλα και συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός, ο Κωνσταντίνος Τζούμας έφυγε απο τη ζωη σε ηλικια 78 ετων. Ο Κωνσταντίνος Τζούμας αποτέλεσε για περισσότερες από τρεις δεκαετίες μια από τις πλέον χαρισματικές προσωπικότητες της καλλιτεχνικής και εναλλακτικής Αθήνας. Είχε αφήσει εποχή με την θρυλική ταινία Ο Δρακουλας των Εξαρχειων, […] Έφυγε ένας απο…
View On WordPress
0 notes
thoughtfullyblogger · 2 years
Text
Έφυγε ένας απο τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς μας, ο Κωνσταντίνος Τζούμας, ο πρωταγωνιστης του Δράκουλα των Εξαρχειων δίπλα στον Τζίμη Πανουση
Έφυγε ένας απο τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς μας, ο Κωνσταντίνος Τζούμας, ο πρωταγωνιστης του Δράκουλα των Εξαρχειων δίπλα στον Τζίμη Πανουση
Ένας απο τους πιο αξιόλογους Έλληνες ηθοποιούς αλλα και συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός, ο Κωνσταντίνος Τζούμας έφυγε απο τη ζωη σε ηλικια 78 ετων. Ο Κωνσταντίνος Τζούμας αποτέλεσε για περισσότερες από τρεις δεκαετίες μια από τις πλέον χαρισματικές προσωπικότητες της καλλιτεχνικής και εναλλακτικής Αθήνας. Είχε αφήσει εποχή με την θρυλική ταινία Ο Δρακουλας των Εξαρχειων, […] Έφυγε ένας απο…
View On WordPress
0 notes
greekblogs · 2 years
Text
Έφυγε ένας απο τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς μας, ο Κωνσταντίνος Τζούμας, ο πρωταγωνιστης του Δράκουλα των Εξαρχειων δίπλα στον Τζίμη Πανουση
Έφυγε ένας απο τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς μας, ο Κωνσταντίνος Τζούμας, ο πρωταγωνιστης του Δράκουλα των Εξαρχειων δίπλα στον Τζίμη Πανουση
Ένας απο τους πιο αξιόλογους Έλληνες ηθοποιούς αλλα και συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός, ο Κωνσταντίνος Τζούμας έφυγε απο τη ζωη σε ηλικια 78 ετων. Ο Κωνσταντίνος Τζούμας αποτέλεσε για περισσότερες από τρεις δεκαετίες μια από τις πλέον χαρισματικές προσωπικότητες της καλλιτεχνικής και εναλλακτικής Αθήνας. Είχε αφήσει εποχή με την θρυλική ταινία Ο Δρακουλας των Εξαρχειων, […] Έφυγε ένας απο…
View On WordPress
0 notes
Text
Έφυγε ένας απο τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς μας, ο Κωνσταντίνος Τζούμας, ο πρωταγωνιστης του Δράκουλα των Εξαρχειων δίπλα στον Τζίμη Πανουση
Έφυγε ένας απο τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς μας, ο Κωνσταντίνος Τζούμας, ο πρωταγωνιστης του Δράκουλα των Εξαρχειων δίπλα στον Τζίμη Πανουση
Ένας απο τους πιο αξιόλογους Έλληνες ηθοποιούς αλλα και συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός, ο Κωνσταντίνος Τζούμας έφυγε απο τη ζωη σε ηλικια 78 ετων. Ο Κωνσταντίνος Τζούμας αποτέλεσε για περισσότερες από τρεις δεκαετίες μια από τις πλέον χαρισματικές προσωπικότητες της καλλιτεχνικής και εναλλακτικής Αθήνας. Είχε αφήσει εποχή με την θρυλική ταινία Ο Δρακουλας των Εξαρχειων, […] Έφυγε ένας απο…
View On WordPress
0 notes
thenewsmag · 2 years
Text
Απεβίωσε ο Κωνσταντίνος Τζούμας - Cineramen
Απεβίωσε ο Κωνσταντίνος Τζούμας – Cineramen
Βαθμολόγησε το άρθρο Πέθανε σε ηλικία 78 ετών ο ηθοποιός, συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός Κωνσταντίνος Τζούμας. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1944 και μεγάλωσε στο Πασαλιμάνι και στην Αθήνα. Είχε σπουδάσει υποκριτική στην Αθήνα και χορό στη Νέα Υόρκη. Στον κινηματογράφο είχε εμφανιστεί στις ταινίες: Γλυκιά Συμμορία,Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα,Ελευθέριος Βενιζέλος 1910 – 1927, Ακροπόλ,Οι…
Tumblr media
View On WordPress
0 notes
justforbooks · 2 years
Photo
Tumblr media
Κωνσταντίνος Τζούμας: Διαβάστε όσα είχε πει για τη ζωή του στον Μάκη Προβατά και το βιβλίο «21 υπέροχοι Έλληνες μιλούν για την Αθήνα» (εκδ. Athens Voice Books).
«Γεννήθηκα στον Πειραιά. Η παρέα μου μεγάλωσε στο Πασαλιμάνι. Σε εκείνη την περιοχή σουλατσάραμε όλη μέρα. Συχνάζαμε σε ό,τι κατά τη γνώμη μας ήταν κομψό και κοσμοπολίτικο. Πηγαίναμε στο καφενείο του Καραντάση με την  φοβερή διακόσμηση και τις τοιχογραφίες δίπλα στο Ιταλικό Προξενείο. Παίζαμε πολύ μπιλιάρδο και κάναμε φλερτ στις γυναίκες των ναυτικών που έλειπαν και αυτές τίναζαν με τις ώρες τα κλινοσκεπάσματα στο μπαλκόνι, λες και είχαν πιάσει μούχλα. Αυτό συνέβαινε σε όλη την ακτογραμμή Πασαλιμάνι-Φρεατίδα-Χατζηκυριάκειο…»  
Ακούγεται λίγο σαν μιούζικαλ όλο αυτό…
Ακριβώς… Είχαμε ξεσηκώσει τις χορογραφίες από το «West Side Story» και την ελληνική μετάφραση των τραγουδιών, και κάναμε τους Αμερικάνους και τους Πορτορίκους. Τρελοί και παλαβοί με αυτήν την ταινία. Άλλος την είχε δει δώδεκα φορές, άλλος οκτώ, άλλος δεκατρείς…
Υπήρχε κάποια κοπέλα που να «έπαιζε» τη Μαρία;
Όχι ως αυτό που συνέβαινε στην ταινία… Στο Πασαλιμάνι υπήρχαν η Πέγκυ, η Πένυ, η Ντιάνα, που ήταν ερωτεύσιμες από όλη την παρέα. Όμως τότε υπήρχε και η δυσκολία για προσέγγιση, διότι πώς έλεγες στην άλλη ότι «θέλω… και λοιπά και λοιπά». Από την άλλη, ναι μεν πήγαινες να πάρεις την Άσπα να πάτε σε ένα πάρτι, και οι γονείς της σε εμπιστεύονταν επειδή είσαι παιδί που τους εμπνέεις εμπιστοσύνη, αλλά σου βάζουν και ένα deadline: «Κατά τις δωδεκάμισι το αργότερο θα είστε πίσω». Σπάνια δωδεκάμισι ήμασταν πίσω, αλλά για κάποιο λόγο οι γονείς μου μού είχαν εμπιστοσύνη, περισσότερο από όσο οι ίδιες τις τύπισσες.
Όμως τότε, μας έκαναν εντύπωση κάτι φιγούρες που κατέβαιναν στο Πασαλιμάνι από την Αθήνα. Κομψοί και κομψές, νεαροί με πολύ ευέλικτους καρπούς, κινούσαν τα χέρια τους με άλλη χάρη. Έμεναν στο Κολωνάκι, στο Μετς, και εμάς μας άρεσαν αυτές οι παρέες. Υπήρχαν και κάποιοι ιστιοπλόοι, που κατέβαιναν με τον τότε διάδοχο, τον Κωνσταντίνο, και σύχναζαν στο μπαρ «Μύκονος», που ήταν επάνω σε μία στροφή, στη Φρεατίδα. Ωραίο μπαρ! Αργότερα έμελλε να είναι το στέκι των  χασισοχρηστών, διότι είχε και εξαιρετικές γεύσεις που συνοδεύουν υπέροχα τις γλώσσες και τους ουρανίσκους, όταν έχει προηγηθεί χασισοκατάνυξη. Και ήταν ωραίο αυτό που υπήρχε. Όχι πολύ αργότερα αρχίζουμε να ανεβαίνουμε στην Αθήνα. Πάρτι στην Πλατεία Βικτωρίας…
Είχε κάποιος από την παρέα αυτοκίνητο ή παίρνατε το λεωφορείο της γραμμής;
Το λεωφορείο. Όπου μέσα στα λεωφορεία, συνέβαιναν δρώμενα τρομερά! Δεν μπορείς να φανταστείς τι κάναμε. Το αγαπημένο μας ήταν ότι κρεμόμασταν από τις χειρολαβές και δήθεν ο ένας μαστίγωνε τον άλλον ηδυπαθώς. Όποιος μας έβλεπε θα σκεφτόταν ότι ήμασταν τρελοί, ο κόσμος, όμως, διασκέδαζε. Δεν βρέθηκε ούτε ένας να μας πει «άντε, ρε, από εδώ!». Το κρατούσαν μέσα τους; Ίσως επειδή ήμασταν χαριτωμένοι έλεγαν «άσε τα παιδιά να παίξουν;» Ποιος ξέρει…
Το πρώτο που σας έκανε εντύπωση όταν τερμάτιζε το λεωφορείο στην Αθήνα, ποιο ήταν;
Το πράσινο λεωφορείο έκανε τέρμα στη Φιλελλήνων. Εκεί ακριβώς μπροστά υπήρχε ένα κατάστημα υποδημάτων «Αφοί Θεοδοσιάδη». Μου έκανε εντύπωση γιατί τα κομψά παπούτσια και τα μποτίνια που είχε τα συναντούσες μόνο σε ταινίες του Βισκόντι. Μετά έμαθα ότι σε αυτό το υποδηματοποιείο είχαν το δικό τους καλαπόδι διασημότητες της εποχής που είχαν περάσει από την Αθήνα. Είτε πρέσβεις, είτε ανταποκριτές, και τους έφτιαχνε επί παραγγελία –με ένα τηλεφώνημα– παπούτσια».
Τι δεν σας άρεσε τότε στην Αθήνα;
Η Ομόνοια…. Δεν την πολυσυμπαθούσαμε, μας φαινόταν λίγο μπανάλ, λίγο λαϊκούρα. Τότε ακόμα δεν είχε κάνει τις δηλώσεις του ο Χατζιδάκις, ούτε κανένας από αυτούς τους μεγάλους, για την αξία του λαϊκού και του ρεμπέτικου στην ζωή μας. Εμείς ήμασταν αλλού, ροκ εντ ρολ, συμφωνικές ορχήστρες και τζαζ. Χρόνια αργότερα, με αφορμή την «Πορνογραφία», ο Μάνος Χατζηδάκις με είχε ρωτήσει: «Τη δική μας μουσική δεν την άκουγες καθόλου;». «Αν θέλεις μία απάντηση γενναία, τη μουσική σου τη θεωρούσαμε λυγμική και κοριτσίστικη» του απάντησα. Και τότε ο Μάνος μού είπε το εξαιρετικό: «το εκλαμβάνω ως κομπλιμάν».
Σε όλες αυτές τις επιλογές σάς επηρέαζε και το πολιτικό κλίμα της εποχής;
Καθόλου. Ήμασταν απολιτίκ. Στην παρέα μου δεν υπήρχε αυτό το πράγμα. Θέλαμε να μοιάσουμε στους ωραίους τύπους του ευρωπαϊκού σινεμά.  
Ο Μεγάλος Γκάτσμπι θέλατε να γίνετε όλοι;
Όχι, γιατί αυτός ήταν αμερικάνικο κόλπο. Μιλάμε για γαλλικό, ιταλικό, εγγλέζικο σινεμά. Οι ήρωες ήταν εκεί. Ήταν ο Μορίς Ρονέ, ο Πιερ Κλεμεντί, ο Ντελόν. Ήταν στην ιταλική κωμωδία: ο Βιτόριο, ο Μαρτσέλο, ο Νίνο, ο Αλμπέρτο. Πολύ αργότερα, όταν πήγα στη Φλωρεντία, και έμεινα σε μία απλή πανσιόν για να αποφύγω τα ακριβά ξενοδοχεία, το λόμπι ήταν γεμάτο από φωτογραφίες Ιταλών ηθοποιών. Άρχισα να λέω τα ονόματά τους φωναχτά και ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν έμεινε άναυδος. «Πού τους ξέρετε όλους αυτούς;». Του είπα ότι είμαι κι εγώ ηθοποιός και έχω μεγαλώσει μαζί τους. «Όταν έκαναν περιοδείες αυτοί έμεναν εδώ και μας άφησαν από μία φωτογραφία τους».
Οι γονείς πού βρίσκονται σε όλα αυτά που κάνει ο έφηβος γιος τους;
Η μητέρα μου πέθανε όταν ήμουν δεκαπέντε ετών. Όταν αρχίσαμε να ανεβαίνουμε στην Αθήνα και να αλλάζει η ζωή μου ήμουν περίπου δεκάξι και είχα οριστικά απογαλακτιστεί. Μέσα στην ατυχία μου, του χαμού της μητέρας μου, ήμουν τυχερός διότι πήρα τη ζωή στα χέρια μου.
Ήταν ψυχολογικά και πνευματικά ισχυρός ο θάνατος της μητέρας σας;
Ήμουν δεμένος μαζί της γιατί εκτός των άλλων είχε καλό γούστο. Φρόντιζε τις φίλες της, τις έντυνε, κι εγώ φρόντιζα φυσικά να παίρνω «μάτι», όταν ντύνονταν και γδύνονταν. Ήταν ωραίο αυτό γιατί ήταν κοκέτες. Η κοκεταρία είναι ωραίο πράγμα. Και μάλιστα τότε υπήρχαν κάλτσες, ζαρτιέρες κτλ. Έπαιζα μπάλα, δήθεν αμέριμνος, στο χολ, και τσούλαγε κάτω από το τραπέζι. Και τότε είχα την πανοραμική θέα από τη μία μεριά, και από την άλλη η φωνή της μητέρας μου: «Μα τι κάνεις, παιδί μου, τόσες ώρες κάτω από το τραπέζι;». «Έχει μπερδευτεί εδώ η μπάλα, καλέ μαμά…»
Ο μπαμπάς πού βρισκόταν σε όλα αυτά;
Ο μπαμπάς ήταν πλούσιος άνθρωπος, και λίγο απόμακρος. Η αλκοολούχα αναπνοή του και τα σταυρωτά ριγέ κοστούμια του είναι αυτό που θυμάμαι κάθε φορά που ερχόταν σπίτι αργά τη νύχτα. Όποτε ερχόταν σπίτι, γιατί νομίζω ότι μερικές φορές ξενοκοιμόταν. Αυτά δεν τα αντιλαμβανόμασταν τότε φυσικά, μόνο  εκ των υστέρων. Κάθε φορά που ερχόταν, νομίζω ότι προέκυπτε και ένα παιδί. Οι δύο μου αδελφές και εγώ. Και ο πατέρας δεν υστερούσε, ήταν κομψός. Είχε μια κλωστοϋφαντουργία, είχε κτήματα, σπίτια.
Όταν πέθανε η μητέρα σας το χαρτζιλίκι από πού προερχόταν;
Μερικές φορές κλέβαμε κανένα ψιλό από του μπαμπά την τσέπη. Καμιά φορά επίσης, πριν μπουν ακόμα οι συναγερμοί στα πολυκαταστήματα, ήταν πολύ εύκολο να κλέψουμε, και πιστεύαμε ότι «κάναμε ρωγμή στο σύστημα». Κάποια στιγμή χάθηκε η περιουσία, και ενώ στην αρχή η μητέρα μου διαχειρίστηκε πολύ ωραία ό,τι είχε απομείνει, μετά άρχισα να ζω από την καλοσύνη των ξένων. Όπου πήγαινα, όλα τα κορίτσια και τα αγόρια που συναντούσα ήταν πιο πλούσιοι από εμένα, οπότε εκ των πραγμάτων, από τη γενναιοδωρία τους και την ευγένειά τους, δεχόμουν συνέχεια δώρα. Με καλούσαν όχι μόνο στα πάρτι αλλά και στις διακοπές τους. Τότε αρχίσαμε να ανεβαίνουμε και στην Αθήνα και μας άρεσε πάρα πολύ. Είχα μια φίλη, την Έφη, η οποία με έμαθε να καπνίζω, γιατί είχα λεπτά δάχτυλα και πίστευε ότι θα πήγαινε πολύ στο στιλ μου. Με αυτή συναντήσαμε για πρώτη φορά στη ζωή μας τον Άντονι Πέρκινς στο Σύνταγμα, μπροστά από το βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη. Συνωστισμός για αυτόγραφο από κόσμο. Ήταν κομψός, λεπτός, ευγενής, κάθε άλλο παρά Αμερικάνος. Είχε έρθει για τα γυρίσματα της «Φαίδρας».
Τότε τι είχες δει από ταινίες;
Είχα δει το «Dolce Vita» του Φελίνι, όπου είχα τρελαθεί. Είχε αλλάξει η ζωή μου. Ήθελα να γίνω δημοσιογράφος. Ήμουν δεκαπέντε-δεκαέξι χρονών και είπα ότι αυτό είναι μεγάλη ταινία. Και μάλιστα, επειδή ήταν ακατάλληλο, έπεισα τον πατέρα μου ότι μας έχουν υποχρεώσει από το σχολείο να γράψουμε έκθεση με θέμα «οι ηθικές επιπτώσεις της ντόλτσε βίτα». Και μου λέει ο πατέρας μου «μα πώς είναι δυνατόν, αφού είναι ακατάλληλο να σας έχουν βάλει έκθεση;» Του είπα «τι να σου πω, να μην το δω;». Πήγαμε Κυριακή πρωί στο «Ολύμπιον». Σε όλες τις σέξι σκηνές εγώ έκανα ότι κοίταζα την οροφή, τα ντεκόρ, και ο πατέρας μου με την άκρη του ματιού του με παρατηρούσε… Θυμάμαι όταν βγήκαμε, περπατήσαμε προς το σπίτι για το μεσημεριανό κυριακάτικο φαγητό, και μου είπε “την έχω ζήσει αυτή τη ζωή. Δεν την προτείνω σε κανέναν”…»  
Αν το σκεφτείτε, και σε σχέση με την εποχή, ήταν καλή συμβουλή από πατέρα προς τον δεκαπεντάχρονο γιο του.
Φυσικά, και για ένα διάστημα την κράτησα ως κόρην οφθαλμού. Άλλη ταινία που είδαμε και αρχίσαμε να τη μιμούμαστε ήταν  το «Γυμνοί στον ήλιο», του Ρενέ Κλεμάν. Τα ρούχα, τα παπούτσια χωρίς σόλα, τα μονοκόμματα, ριγέ αφοδράριστα σακάκια πάνω από πουκάμισα, ένα παραλήρημα. Τρομερά ήθη. Αργότερα μάθαμε ότι στηριζόταν στο μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ». Ανακάλυψα πολύ αργότερα την Πατρίσια Χάισμιθ και τη λατρεύω. Επίσης, το σινεμά τότε πρότεινε και την υπόλευκη καμπαρντίνα στο «The parallax view» του Γουόρεν Μπίτι, και μας έκανε τότε να ψάχνουμε στο Μοναστηράκι στα Αμερικάνικα, μήπως βρούμε καμπαρντίνα σε αυτό το στιλ.  
Σε αυτή την παρέα του Πειραιά ποιοι ήταν οι πιο κοντινοί σας φίλοι;
Από το Πασαλιμάνι, ο πιο κοντινός φίλος του περάσματος από τα δεκατρία στα περίπου είκοσι μου χρόνια, ήταν ο Γιώργος Μιχαλάκης, ηθοποιός, ζει τώρα στη Σύρο με την οικογένειά του. Αυτός με ξεπερνούσε σε τρέλες, ήταν ακόμη πιο ακραίος, είχε έναν τρόπο να κάνει πράγματα. Αλλά και ο Νίκος Γεωργιάδης, που ήταν η επιτομή του στιλ και φρόντιζε για το στιλ της παρέας. Επίσης ο Θωμάς Αντζουμπάτζης, που χάθηκε, ο οποίος ήθελε όταν μεγαλώσει να υιοθετηθεί, αλλά δεν τα κατάφερε να υιοθετηθεί, να πάρει η ευχή, να πάρει…
Ποιο ήταν το καθημερινό πρόγραμμα μετά την εγκατάσταση στην Αθήνα;
Περνάγαμε οπωσδήποτε βόλτα καθημερινή από το «Ατενέ», όπου είχε γίνει η πρώτη ανδρική μπουτίκ του Πιερ Καρντέν. Μας άρεσε πάρα πολύ που ��οκιμάζαμε όλα αυτά τα ωραία ρούχα, αλλά φυσικά δεν είχαμε χρήματα να τα αγοράσουμε. Συχνάζαμε στο «Ζόναρς», στου «Ορφανίδη», εκεί που είναι του «Καίσαρη» τώρα. Επίσης στο «Μπραζίλιαν», σημερινό «Κλεμέντε», στην πλατεία Συντάγματος η οποία τότε ήταν ενοποιημένη και γινόταν χαμός. Ακόμα απορώ πώς τα γκαρσόνια διασχίζανε τον δρόμο ανάμεσα στα αμάξια και τον δίσκο φορτωμένο. Δίπλα στου «Ζόναρς» υπήρχε μία μπουτίκ, «Μαρινό» λεγόταν, που την είχε ένας κύριος μιας κάποιας ηλικίας, φαινόταν έκφυλος, είχε μερικά έξτρα κιλά, αλλά ήταν πάρα πολύ κομψός. Ακουμπούσε με χάρη επάνω στα πανάκριβα τόπια υφάσματος, και νομίζω ότι βαθμολογούσε τους περαστικούς νεαρούς. Στου «Ζόναρς» υπήρχε ο Κωνσταντίνος Νικολούδης, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ήταν πρίγκιπας. Φορούσε κάτι πανάκριβα μανικετόκουμπα, παπούτσια δίσολα τα οποία την εποχή εκείνη, ήταν, όχι απλά σημάδι αριστοκρατικότητας, ήταν το Μπάκιγχαμ  αυτοπροσώπως. Φορούσε σταυρωτά μπλέιζερ με χρυσά κουμπιά, με οικόσημα, φορούσε γραβάτες Ήτον, είχε ένα μουστάκι αλά Νταλί, και πάντα στο τραπέζι του φιλοξενούσε σημαντικούς εκπροσώπους του εγγλέζικου αδελφάτου. Λίγο μετά αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο «Στορκ» στην Πλάκα, στην «Αθηναία» επί της Πανεπιστημίου, στην καλοκαιρινή «Αθηναία» στον Ιππόδρομο. Και φυσικά σε πάρτι στην πλατεία Βικτωρίας, στο Κολωνάκι, στο Παγκράτι, και στην πλατεία Μαβίλη.
Εκείνη την περίοδο το σπίτι διαμονής συνέχιζε να είναι στον Πειραιά ή είχατε μετακομίσει στην Αθήνα;
Έχω αρχίσει να ζω αδέσποτος, να φιλοξενούμαι δεξιά και αριστερά. Όπου πηγαίναμε για να περάσουμε τη νύχτα, εκεί κοιμόμουν. Στο σπίτι φίλου, φίλης, είτε ήταν ερωτικό είτε φιλικό δεν υπήρχε θέμα. Όποιος αποφάσιζε να περάσει τη βραδιά μαζί μας, μοιραζόταν και την υπόλοιπη νύχτα και έπρεπε να πάρουμε και πρωινό ξυπνώντας. Εκείνη την εποχή υπήρχε μία Όλγα στη ζωή μου, ζούσε στο Κολωνάκι, και ήταν πολύ φίνα, σαν πορσελάνη. Ακούγαμε μουσική και επειδή τότε ήμουν στη Ζουζού Νικολούδη, έκανα χοροθέατρο, την είχα πείσει ότι μερικά κομμάτια μουσικής πρέπει να τα ακούμε γυμνοί, έτσι η μουσική θα μπει μέσα μας, και εμείς θα μπούμε ο ένας μέσα στον άλλον. Ενέδιδε, ακολουθούσε, μου άρεσε αυτό το πράγμα, χωρίς πολλά-πολλά.
Αυτός ήταν ένας έρωτας δηλαδή;
Ερωτεύτηκα το στιλ της ζωής της, μου άρεσε να συχνάζω στο σπίτι της, κάπου στην Ξενοκράτους.
Μοιάζει σαν η ζωή ολόκληρη να ηταν στο μυαλό σας σαν μια ταινία…
Βλέπαμε και πολύ σινεμά τότε, και μάλιστα ταινίες που δεν πήγαιναν εισπρακτικά. Τη «Σιωπή» του Μπέργκμαν, ταινίες του Αντονιόνι, του Μπονιουέλ. Τρέχαμε στις κινηματογραφικές λέσχες. Θέλαμε να είμαστε ωραίοι τύποι, σαν τους ήρωες των ταινιών, δεν ενδιέφερε κανέναν από εμάς να γίνουμε χρήσιμοι στην κοινωνία, ή να κάνουμε καριέρα. Αυτή η παρέα η οποία απλώθηκε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και του εξωτερικού. Να φανταστείς ότι χρόνια αργότερα, όταν γύρισα από τη Νέα Υόρκη, μια φίλη μου είπε «θα σε πάω σε ένα καφέ-μπαρ-ρεστοράν στον Πειραιά, που δεν έχεις συναντήσει ούτε στην κεντρική Ευρώπη». Η φίλη μου αυτή μη γνωρίζοντας λεπτομέρειες για μένα, με πήγε στο «café Waichhart», του Τζίμη Γρηγοράτου. Ο αδελφός του, Διονύσης Γρηγοράτος, είναι ντοκιμαντερίστας και κάναμε μαζί το «Ο φάκελος Πολκ στον αέρα». Ο Τζίμης ήταν παιδικός φίλος, βγαίναμε και αλητεύαμε μαζί. Μιλάμε για κομψή αλητεία, φυσικά. Φτάσαμε λοιπόν έξω από μια κυπαρισσί, ξύλινη πόρτα, με υπέροχα μπρούτζινα χερούλια, και μέσα το μπαρ ήταν από ένα παλιό φαρμακείο της Βιέννης. Της λέω «εξαιρετικό μπαρ,  ακούω και εξαιρετική bebop jazz». Τότε ακούω μία φωνή: «Εμ, τι περίμενες, Κωνσταντίνε, να συναντήσεις;». Γυρίζω, ο Τζίμης! και συνέχισε «θυμάσαι μικροί που λέγαμε ότι θα συχνάζουμε σε κομψά μαγαζιά, με πολύ ωραίες τύπισσες, και εμείς ωραία ντυμένοι θα απολαμβάνουμε τη ζωή; Το έκανα για μας». Τρελάθηκα. Την εποχή εκείνη συνέπεσε να έχει κλείσει το «Ντόλτσε», και άρχισα να συχνάζω εκεί.
Τα βιβλία υπήρχαν κάπου στην ψυχαγωγία σας;
Διάβαζα ό,τι έβγαινε από τις εκδόσεις Γαλαξία. «Ανταύγειες σε χρυσά μάτια» που έγινε ταινία με τον Μπράντο, και το «Η καρδιά κυνηγάει μονάχη». Γοητευόμουν με αυτά τα απίστευτα βιβλία. Σήμερα, από ό,τι έχω καταλάβει, αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο τους ανθρώπους είναι η Ιστορία και τα δυστοπικά βιβλία, τα οποία δεν με αφορούν. Η ζωή είναι τόσο άθλια, γι’ αυτό θέλω να διαβάζω κοσμοπολίτικα πράγματα και να παραμυθιάζομαι ότι μπορεί να υπάρχει και αυτή η ζωή, που έχουν διατηρήσει μερικές μητροπόλεις στο εξωτερικό και την έχει χάσει η Αθήνα. Απολαμβάνω το αστικό, το λουξ, την πολυτέλεια. Το Κέντρο της Αθήνας έχει γίνει μία κουρελού, ο καθένας γράφει ό,τι θέλει σε ανυπεράσπιστους τοίχους και αφισοκολλάει. Για να μας πληροφορήσετε για πιο πράγμα, δηλαδή;
Ο στρατός ήταν παιχνιδιάρης ή εκεί ήταν η πρώτη φορά που η ζωή δεν ήταν τόσο παιχνιδιάρα;
Πολύ παιχνιδιάρης. Δεν πήρα τίποτα στα σοβαρά στον στρατό. Μου έκαναν εντύπωση κάτι σκληρά αγόρια που ήξερα από το Πασαλιμάνι, να τα βλέπω να καταρρέουν στο διπλανό κρεβάτι, να κλαίνε. Κι εγώ ήμουν απρόσιτος, αποστασιοποιημένος, ψύχραιμος και έκανα ό,τι ήταν να γίνει να ξεμπερδεύω. Ήμουν γραφέας του Λόχου Στρατηγείου της 15ης Μεραρχίας, επιφορτισμένος με την ψυχαγωγία. Έκανα τον κονφερασιέ στη Λέσχη Αξιωματικών Καστοριάς. Ερωτεύτηκα και μία καταπληκτική τύπισσα που ήταν εκεί, την Αλίκη, η οποία θύμιζε την αμερικανίδα ηθοποιό Κάρολ Μπέικερ. Η οικογένειά της έφτιαχνε γούνες. Έφαγα και εξίμισι μήνες φυλακή. Μου βρήκαν ένα έλλειμμα στα βιβλία εσόδων - εξόδων και θεωρήθηκε ότι καταχράστηκα χρήμα του Δημοσίου κατ΄ εξακολούθηση. Αυτό που έκανα ήταν ότι μέχρι να έρθει η επιταγή από το σπίτι μου, έπαιρνα λεφτά από το ταμείο και όταν ερχόταν, τα έβαζα. Όμως με πέτυχαν στη φάση που είχα πάρει τα λεφτά, τα είχα ξοδέψει με την Αλίκη και δεν τα είχα βάλει. Τους το εξήγησα, αλλά αυτοί ήταν κάτι τυπολάτρεις πολύ αυστηροί και με έσυραν στο Στρατοδικείο της Κοζάνης, όπου έφαγα την κατώτερη των ποινών, έξι μήνες και δεκαπέντε ημέρες.
Η πρώτη φορά που έβγαλες  χρήματα, και  μπορούσες να υποστηρίξεις μόνος σου αυτή τη ζωή που ονειρεύεσαι, πότε ήταν;
Νομίζω ότι ήταν μετά το στρατιωτικό. Κατέβηκα στο Πασαλιμάνι, με διάθεση να κάνω κάτι ιδιαίτερο, και ανέλαβα ένα μουσικό γκρουπ, που έπαιζε τα κομμάτια των Animals. Τους έκλεισα την πρώτη δουλειά να παίξουν σε κοσμική ταβέρνα στην Πάτρα, τις Απόκριες. Πήγαμε με καταρρακτώδη βροχή, και ξαφνικά στην κοσμική ταβέρνα της Πάτρας ακούγονταν κομμάτια από το Λονδίνο της εποχής εκείνης. Εκεί βγήκαν τα πρώτα πενιχρά χρήματα. Αμέσως μετά, ο πατέρας μου επειδή ήταν φίλος του Λαπρόπουλου, φρόντισε και μπήκα στην «Κολούμπια», στην ξένη δισκογραφία. Υπεύθυνη ήταν μία Γεωργία, εξαιρετική, ήξερε τα πάντα. Ακούγαμε ξένους δίσκους και αποφασίζαμε ποιοι από αυτούς θα κυκλοφορήσουν στην ελληνική αγορά. Η Γεωργία έπαιρνε τις αποφάσεις, εγώ από δίπλα. Ένα μεσημέρι ήμουν στα γραφεία της Κολούμπια στην Ομόνοια, εκεί που είναι το Notos Gallery σήμερα, και βλέπω σε ένα εσωτερικό σκεπαστό πάτιο τους Beatles. Ξαφνικά, από εκεί που τους έβλεπα σε  φωτογραφίες στο Billboard, τους είδα έξω από το τζαμωτό. Ανταλλάξαμε κάτι χαριτωμενιές «hello, how are you» και τέτοια…
Η ενέργεια που κουβαλούσε ο Λένον σού έγινε φανερή εκείνη την ημέρα;
Όχι, γιατί εγώ ήμουν με τους Rolling Stones.
Δουλεύοντας στην «Κολούμπια», το να φεύγεις στο εξωτερικό ήταν εύκολο.
Ναι, όμως είχα αρχίσει να βαριέμαι τα ωράρια της εργασίας. Γενικά ήμουν συνεπής, αλλά λίγο καθυστερούσα τα πρωινά, και έτσι αντί να πάω στο Λονδίνο για μετεκπαίδευση, πήγα και έδωσα εξετάσεις στη δραματική σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Ο φίλος μου, ο Γιώργος Μιχαλάκης, μου είπε να πάω. Εκείνος ήταν ήδη στο πρώτο έτος. Η σχολή ήταν δίπλα στο «Φλοράλ», εκεί ήταν μαζεμένες πολλές δραματικές σχολές.
Η πλατεία Εξαρχείων είχε δραματικές σχολές;
Πάρα πολλές. Του Βαφειάδη, του Μιχαηλίδη, του Κουν. Όταν δεν μας άρεσε ένα μάθημα, πηγαίναμε στο «Φλοράλ». Ήταν πολύ ωραία, υπήρχε μία κινητικότητα. Πηγαίναμε για πρόβες με διάφορες υπέροχες τύπισσες, και αυτό όλο κατέληγε σε κάτι ερωτικό. Θυμάμαι ότι τότε για πρώτη φορά μού εδωσαν να διαβάσω Μπέκετ, και μου τον είπαν ως συγγραφέα του παραλόγου. Και όταν τον διάβασα για να κάνω πρόβα, δεν έβρισκα κάτι παράλογο. Η γενιά μου είχε αρχίσει να μιλάει άλλη γλώσσα. Να ακούμε άλλες μουσικές, να τρώμε διαφορετικά. Συχνάζαμε στο «Μινουίτ», ένα ξενυχτάδικο στην πλατεία Κολωνακίου, μαζί και πολλοί δημοσιογράφοι, διάφοροι ξενύχτηδες, αλκοολικοί οι περισσότεροι. Εκεί πρωτοκατέβηκε τα σκαλιά η Εσθήρ Φράνκο και θαμπωθήκαμε όλοι. Με μία κάπα μαύρη, μακριά, του Yves Saint Laurent, εξαιρετική φυσιογνωμία, πολύ όμορφη. Εκεί σύχναζε και η Ρίτα Μπενσουσάν, φοβερή και τρομερή τύπισσα της νύχτας. Ήταν ωραία αυτά τα χρόνια, πραγματικά.
Έχεις παντρευτεί ποτέ;
Μία φορά.
Ήταν από έρωτα ή το έκανες κατά Τζούμα;
Ήταν έρωτας. Ο έρωτας του Τζούμα.
Εσύ το πρότεινες;
Όχι, αυτή. Με την Ίζαμπελ είχαμε σχέση, πήγε στον δικηγόρο της και του είπε: «Ο Κωνσταντίνος πρέπει να ανανεώσει τη βίζα του, μόλις πέρασε το εξάμηνο που ίσχυε. Θέλει να πάει στον Καναδά και να επιστρέψει». «Και ποιο είναι το θέμα;» τη ρώτησε ο δικηγόρος. «Άν πάει στον Καναδά, μπορεί να μη ξαναγυρίσει».  «Τότε παντρέψου τον».
Η πρώτη νύχτα γάμου πώς ήταν;
Κάναμε πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο της Νέας Υόρκης. Ντυμένοι στα λευκά, με κουμπάρους τον Γιώργο Χριστοδουλάκη, ανιψιό του Μινωτή, ο οποίος φορούσε ένα μαύρο δερμάτινο τύπου γουέστερν, και την ετεροθαλή αδελφή της, Άλις, ένα go-go girl. Όταν βγήκαμε, πέσαμε επάνω σε μία διαδήλωση «keep hospitals clean». Χιλιάδες, κυρίως μαύροι και μαύρες, ντυμένοι στα λευκά. Και με το που μας βλέπουν εμάς στα λευκά, χαίρονται και αρχίζουν να μας φωνάζουν «να ζήσετε». Το γαμήλιο πάρτι έγινε σε ένα κτίριο καλλιτεχνών σε ένα διαμέρισμα που το είχε ένας Κουβανός ηθοποιός, ο Λούι Άβαλος. Στην μπουτίκ της γυναίκας μου, όταν άκουσε ότι ψάχναμε χώρο για το πάρτι, μας είπε να πάμε σπίτι του. Στην ταράτσα του κτιρίου είχε ο Merce Cunningham το στούντιό του. Ο Άβαλος, στην κρεβατοκάμαρά του, στο κομοδίνο δίπλα, είχε ομοιώματα από διάφορα πέη φτιαγμένα από αλουμινόχαρτα, οπότε άρχισε να μας κάνει μία ξενάγηση στην international πεογραφία του κομοδίνου του. Στο πάρτι τα είχε εξαφανίσει. Το πάρτι ήταν πολύ ωραίο, beautiful people, πελάτες της Ίζαμπελ από την μπουτίκ, πλούσιες και διάσημες. Και ξαφνικά, έρχεται μία κοπέλα και μου λέει: «Η τουαλέτα είναι κλειδωμένη, είναι κάποιος μέσα και δεν μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε». Χτυπάω την πόρτα, και ακούω μία φωνή «μη μας το χαλάτε, ρε παιδιά, έχουμε δύο χρόνια να κάνουμε σεξ». Από τη μία ο κόσμος που πρέπει να πάει στην τουαλέτα, από την άλλη πώς να του το χαλάσω αυτού του καημένου; Βγαίνω, και χτυπάω τη διπλανή πόρτα του ορόφου. Ανοίγει και βγαίνει μία κούκλα με ένα κιμονό, γυμνή από μέσα. «Παρακαλώ», μου λέει. «Κάνουμε ένα γαμήλιο πάρτι μέσα και…». «Παντρεύεται ο Λούις Άβαλος; Θα τρελαθώ!». «Όχι, εγώ παντρεύομαι». «Εσύ με τον Λούις Άβαλος;». «Όχι, μας το παραχώρησε, αλλά υπάρχει ένα θέμα, δεν έχουμε τουαλέτα. Θα σε πείραζε να χρησιμοποιήσουμε τη δική σου; Και σε αντάλλαγμα, έλα στο πάρτι!». «Περιμένω μία φίλη. Όταν έρθει, θα την πάρω και θα έρθουμε στο πάρτι. Έχω ετοιμάσει και ένα χασίς-κέικ, το οποίο θα σας το φέρω δώρο». Αρχίζουμε να λέμε σε όλους ότι όποιος θέλει τουαλέτα μπορεί να πάει δίπλα, και, κάποια στιγμή, έρχονται και αυτές οι δύο. Κούκλες, ντυμένες πολύ ωραία, και με το που ακουμπάνε το κέικ επάνω στο τραπέζι, γίνεται ανάρπαστο, δεν πρόλαβα να πάρω ούτε ένα κομμάτι. Μέσα στο κέικ, το χασίς έχει το «προσόν» να διαλύεται αργά, και αισθάνεσαι σαν μια όμορφη έκρηξη μέσα σου. Όταν γυρίσαμε σπίτι με την Ίζαμπελ αρχίσαμε να ξετυλίγουμε τα διάφορα δώρα, και μας πήρε ό ύπνος, θυμάμαι, με όλα αυτά πάνω στο κρεβάτι. Κάναμε έναν γλυκό, παιδικό, εξαιρετικό ύπνο…»
Το διαζύγιο, κατά Τζούμα, δεν μπορώ να το φανταστώ να μην είναι βελούδινο.
Εντελώς βελούδινο. Η εκπαραθύρωση πρέπει να γίνεται βελούδινα, να μην πονέσει κανείς. Έχω ασκηθεί σε αυτό. Το έχουν και το λένε όλοι. «Μα δεν πονάς;». «Τι σε νοιάζει αν πονάω εγώ; Πάντως δεν θα σε κάνω να πονέσεις κι εσύ». Όπως μου είπε μία μικρή σε ένα ξενοδοχείο στη Στοκχόλμη: «Επειδή έχασες τη μητέρα σου όταν ήσουν δεκαπέντε χρονών, ίσως να μη θέλεις να ξαναζήσεις καμία απώλεια». Το παίρνω κι έτσι.
Daily inspiration. Discover more photos at http://justforbooks.tumblr.com
4 notes · View notes
konstdim · 5 years
Photo
Tumblr media
Αφιέρωμα στην Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ Αφιέρωμα στην Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, σήμερα στις 8.00 μ.μ. Για την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ οι συστάσεις περιττεύουν. Ωστόσο, αξίζει να απολαύσουμε την απαγγελία του Κωνσταντίνου Τζούμα και την ερμηνεία της Εύας Βλαχόπουλου, καθώς και τον συνθέτη-πιανίστα Ανδρέα Αναγνωστόπουλο.
0 notes
astratv · 2 years
Text
Κωνσταντίνος Τζούμας: Πέθανε σε ηλικία 78 ετών
Κωνσταντίνος Τζούμας: Πέθανε σε ηλικία 78 ετών
Έφυγε από τη ζωή ο Κωνσταντίνος Τζούμας, ηθοποιός, ραδιοφωνικός παραγωγός και συγγραφέας σε ηλικία 78 ετών, ο οποίος τα τελευταία χρόνια «πάλευε» με τον καρκίνο. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1944 και μεγάλωσε στο Πασαλιμάνι και στην Αθήνα. Σπούδασε υποκριτική στην Αθήνα και χορό στη Νέα Υόρκη. Στον κινηματογράφο έχει εμφανιστεί στις ταινίες: Γλυκιά Συμμορία, Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα, Ελευθέριος…
Tumblr media
View On WordPress
0 notes
rulinarulina · 2 years
Text
Κωνσταντίνος Τζούμας: Πέθανε ο γνωστός ηθοποιός σε ηλικία 78 ετών
Κωνσταντίνος Τζούμας: Πέθανε ο γνωστός ηθοποιός σε ηλικία 78 ετών
Έφυγε από τη ζωή ο Κωνσταντίνος Τζούμας, έλληνας ηθοποιός, ραδιοφωνικός παραγωγός και συγγραφέας σε ηλικία 78 ετών. Γεννήθηκε το 1944 στον Πειραιά από αστική οικογένεια, μεγάλωσε στο Πασαλιμάνι με ιδιαίτερες επιδόσεις στον κλασικό αθλητισμό, στο πινγκ-πονγκ, στο μπιλιάρδο και στο ροκ εντ ρολ όπως συνήθιζε να λέει, αν και η κύρια ασχολία του ήταν το […] The post Κωνσταντίνος Τζούμας: Πέθανε ο…
Tumblr media
View On WordPress
#45
0 notes
spoilersgr · 4 years
Link
 Μέσα από τα ζευγάρια της σειράς Μην αρχίζεις τη μουρμούρα ανακαλύψαμε ξαφνικά τον εαυτό μας, ζήσαμε το «δράμα» τους, που ήταν και δικό μας και τελικά… λυτρωθήκαμε! Ήρθαν ήσυχα και αθόρυβα για να φέρουν τα πάνω-κάτω στις τηλεοπτικές μας ζωές.9 ζευγάρια που άφησαν το στίγμα τους, 18 ηθοποιοί που έβαλαν το λιθαράκι τους, 21.406 σελίδες σεναρίων, 12.450 ώρες γυρισμάτων, περισσότεροι από 80 guests ηθοποιοί…Οκτώβριος 2020, 500 επεισόδια και συνεχίζουμε… γιατί το μεγαλύτερο σενάριο είναι η ίδια η ζωή…. Η δική μας ζωή!Ας ξαναθυμηθούμε τα ζευγάρια:Δάφνη Λαμπρόγιαννη – Βλαδίμηρος Κυριακίδης, η εξωστρεφής και λίγο κυκλοθυμική Μαρίνα και ο πεισματάρης και λίγο τσιγκούνης Ηλίας.Ελένη Κοκκίδου – Αντώνης Αντωνίου, η τσαχπίνα και πεισματάρα Βούλα και ο ήσυχος και αξιαγάπητος Μηνάς.Ιωάννα Τριανταφυλλίδου – Πάνος Βλάχος, η όμορφη, αισιόδοξη και καλοπροαίρετη Βάσω και ο κάπως σοβαρός και κάπως υπεύθυνος Χάρης.Δανάη Επιθυμιάδη – Γιάννης Τσιμιτσέλης, η εργασιομανής οικονομολόγος Στέλλα και ο ξέγνοιαστος γεωπόνος Νικήτας.Νάντια Κοντογεώργη – Γιώργος Χρυσοστόμου, η δυναμική και ρεαλίστρια Νικολέτα και ο υπεύθυνος και υπεραισιόδοξος Διονύσης.Φωτεινή Αθερίδου – Μιχάλης Πλεμμένος, η παρορμητική και ζηλιάρα Λένα και ο ευαίσθητος και ανασφαλής Σίμος.Κλέλια Ρένεση – Βλαδίμηρος Κυριακής, ο «τυφώνας» Καίτη, η δυναμική Καίτη-Κίτσο και ο διευθυντής εφορίας, ο «Κλούνι» του Πύργου «κυρ-Ηλίας».Άννα Κουτσαφτίκη – Σπύρος Τσεκούρας, η έξυπνη, δραστήρια και πρακτική Ξένια και ο «έξω καρδιά» τύπος με χιούμορ και φιλότιμο Μπάμπης.Μαρία Χάνου – Σπύρος Χατζηαγγελάκης, η ανατρεπτική και δυναμική Βέλη και ο Κερκυραίος νέος με πτυχία στην πληροφορική Άγγελος.Η «Μουρμούρα» σε αριθμούς:Αριθμός τηλεθεατών: 1.944.000 τηλεθεατές έστω και για 1 λεπτόΣύνολο τηλεθέασης: στο σύνολο κοινού 24,8% και στο δυναμικό κοινό 18-54, 27,6%.Οι γυναίκες αγαπούν τη «Μουρμούρα» αφού της έχουν χαρίσει μέχρι και 30,6%, σε επιμέρους κοινό.22.000+ λεπτά συνολικά Μουρμούρας έχουν ανέβει και είναι τώρα διαθέσιμα στο www.alphatv.gr/mourmoura.52.000+ λέξεις σύνολο είναι οι διαθέσιμες περιλήψεις όλων των επεισοδίων της σειράς.7,5 εκατ. προβολές έχει κατά μ.ο. κάθε σεζόν στο www.alphatv.gr/mourmoura καθιστώντας τα επεισόδια τα πιο πολυπαιγμένα στο site του Αlpha τα τελευταία 5 χρόνια.80.000.000+προβολές έχουν συνολικά τα επεισόδια στο www.alphatv.gr/mourmoura120.000 προβολές κάνει κατά μ.ο. κάθε επεισόδιο τις πρώτες 12 ώρες από το «ανέβασμά» του στο www.alphatv.gr/mourmoura.150.000 μοναδικοί χρήστες παρακολουθούν κατά ΜΟ τη σειρά σε Live Streaming στο www.alphatv.gr/live.Η μουρμούρα διαχρονικά  trend στο Tik Tok: 3,6  εκατομμύρια προβολές με video από ατάκες της Μουρμούρας!Την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου συμπληρώνονται τα 500 επεισόδια και σίγουρα μας χρειάζεται ένας ψυχολόγος μετά από τόση μουρμούρα…Η Μένη δεν αντέχει άλλο να βλέπει το εχθρικό κλίμα που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στον Ηλία και την Καίτη μετά τον χωρισμό τους και αποφασίζει να τους «βάλει λόγια» ώστε να τους τα ξαναβρεί. Ωστόσο, το σχέδιο αποδεικνύεται λιγάκι επεισοδιακό…Βλέποντας τον Άγγελο να βαριέται, η Βέλη του κανονίζει βραδιά ποδoσφαίρου με τους φίλους της. Όμως αγνοεί μια λεπτομέρεια… Ο Άγγελος δεν έχει ιδέα από μπάλα!Ο Μπάμπης πιεσμένος από την Ξένια ξεκινά συνεδρία με τον σύμβολο σχέσεων Ευδόκιμο Κοντοφώτη (Κωνσταντίνος Τζούμας). Η ώρα της αλήθειας πλησιάζει για τον Μπάμπη…Η Βούλα θέλει να πείσει τον Μηνά πως η ζωή τους είναι τόσο ενδιαφέρουσα, που θα μπορούσαν να είναι ήρωες σε τηλεοπτική σειρά…500 επεισόδια «Μουρμούρα» και συνεχίζουμε… Σας ευχαριστούμε!Πηγή: TVNEA.COM
1 note · View note
justforbooks · 2 years
Photo
Tumblr media
Γεννήθηκε στον Πειραιά το καλοκαίρι του 1944, στις 30 Αυγούστου, κι έγινε ένας κοσμοπολίτης Αθηναίος αφήνοντας την τελευταία του πνοή σε ηλικία 78 ετών, το καλοκαίρι του 2022. Ηθοποιός, ραδιοφωνικός παραγωγός και συγγραφέας, ο Κωνσταντίνος Τζούμας ήταν ένας άνθρωπος που τραβούσε πάντα τον δικό του δρόμο, ξεχωρίζοντας με το ύφος και το στιλ του σε όποια διαδρομή κι αν τον αντίκριζες.
Το πρώτο διαμέρισμα που έζησε μόνος του ήταν «στο υπερυψωμένο ισόγειο της Ξενοκράτους - κέντρο διερχομένων κοσμοπολίτικης ελεγκάντσας». Η καλύτ��ρη δεκαετία για την Αθήνα κατά τη γνώμη του ήταν «πριν τη Χούντα, γιατί κάτι είχε απογειωθεί, και κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, που επέστρεψαν διάφορες φυσιογνωμίες από το εξωτερικό». Θαμώνας του ιστορικού καφέ «Φίλιον» στην οδό Σκουφά, στο Κολωνάκι, σύχναζε κάποτε στα Μπραζίλιαν, Zonar’s, Floca και Βυζάντιο. «Θα σου φύγει το κλαπέτο», «κλατάρω», «φρικάρω», «φλιπάρω», ήταν οι «αθηναϊκές» φράσεις που θεωρούσε πως έχουν εκλείψει. Και στην ερώτηση τι κάνει κάποιον Αθηναίο, ο ορισμός που έδινε ο ίδιος ήταν «το να μην αγωνιά να διακριθεί». Έχοντας περιγράψει το αθηναϊκό πνεύμα στο βιβλίο του «Ως εκ θαύματος», ο εστέτ Κωνσταντίνος Τζούμας είχε πάντα ένα coolness που κάποιοι θα μπορούσαν να περιγράψουν ως ιδιορρυθμία. Την καλοκαιρινή βραδιά που η εθνική κατέκτησε το EURO 2004, βρισκόταν στον Ευαγγελισμό με τον ορό της χημειοθεραπείας στη φλέβα. Ο μεγαλύτερος αθηναϊκός φόβος του ήταν «να χάσει η Αθήνα τον κοσμοπολιτισμό της» είχε εκμυστηρευτεί μιλώντας στην ATHENS VOICE και τη στήλη ΑΘΗΝΑ ID τον Ιούνιο του 2010.
«Όταν ήμουν νέος έγραφα εκθέσεις που έκαναν αίσθηση. Όπως γράφω και στο βιβλίο (σ.σ. «Πανωλεθρίαμβος», εκδόσεις Καστανιώτη) υπάρχει ο Πάρης ο Σιδηρόπουλος, που περιέγραφε έναν κόσμο τύπου σοσιαλιστικού ρεαλισμού επηρεασμένος από το μαρξισμό, ένα καλύτερο αύριο, και εγω από τότε, ξεκάρφωτα, χωρίς καμία γνώση, περιέγραφα τον παράλογο κόσμο στον οποίο ήδη ζούμε, ότι η παρέλαση της 25ης Mαρτίου φερ’ ειπείν είναι γεμάτη από μπανιστηρτζήδες, κολλητιτζήδες και αυτά όλα κάνανε μεγάλη αίσθηση στους μαθητές, αλλά μονίμως οι καθηγητές... “εκτός θέματος”, υπογράμμιση: “Aλλά τι ωραία που αφηγείσαι την ιστορία”. Ήδη είχα, λοιπόν, το πρώτο δείγμα αυτού που λέμε “πανωλεθρίαμβος”, δηλαδή την ίδια στιγμή που ανέβαινα στα μάτια των συμμαθητών μου και αυτοστεφανωνόμουνα για το κατόρθωμά μου, που είχε να κάνει με παραβατικότητα, με φάουλ στην ουσία, η επίσημη πλευρά, γυμνασιάρχες, καθηγητές κ.λπ. το θεωρούσαν εκτός θέματος» είχε εξηγήσει ο Κωνσταντίνος Τζούμας το 2008 μιλώντας στην ATHENS VOICE για το πρώτο βιβλίο της αυτοβιογραφικής του τριλογίας.
«Ήμουνα πάντα υπέρ της απομυθοποίησης. Nομίζω ότι συνδεθήκαμε και ως γενιά με την αμφισβήτηση. Mε παρέλαβε η τζαζ και το σινεμά, ο ήχος και η εικόνα, και με πήγε μέχρι τα 30-40. Ξαναγύρισα τώρα στα βιβλία γιατί διαπίστωσα ότι μπορεί να είναι πολύ απατηλό να ζεις ντοπαρισμένος για πολύ καιρό, μια που μιλάμε αυτή την εποχή και για το ντόπινγκ. Eίμαι πολύ εξοικειωμένος με την ιδέα της μυθοποίησης και απομυθοποίησης. Aπό πολύ νωρίς βρέθηκα και στα παρασκήνια ξέρεις, και το είδα. Έβλεπα μεγαλειώδεις χορεύτριες να εκπέμπουν θηλυκότητα, και πήγαινες στα καμαρίνια και ήταν γεμάτες κράμπες, τσιρότα, νευροκαβαλικεύματα, γρατσουνιές. Ένα Bατερλό, ερείπιο, αυτό το κάλλος πάνω στη σκηνή, η τελειότης, η ομορφιά. Eντέλει, αυτός ο μύθος είναι από τα πιο απατηλά πράγματα που μπορεί να συναντήσει κανείς. Kοστίζει τα πάντα και δεν έχει κανένα νόημα...» είχε σχολιάσει.
Ο Κωνσταντίνος Τζούμας και η γενιά του
«…από κάθε γενιά κάποια παιδιά μπορεί να έχουν ένα κοινό εύρος, να τα συνδέει κάτι, ένα υπόγειο ρεύμα. Θυμάμαι παλιά πηγαίναμε σε κάτι συνεστιάσεις παλιών συμμαθητών, οι περισσότεροι είχαν μπει σε έναν τρόπο ζωής με πολλές φροντίδες, υποχρεώσεις, οικογένεια, τα χρόνια του σουρεάλ, του ονείρου, είχαν σταματήσει με το τέλος των γυμνασιακών, άντε των φοιτητικών χρόνων. Δεν υπήρξε συνέχεια. Kαι προσπαθούσαν σαν φαντάσματα να αναστήσουν εκείνα τα αστειάκια μες στην τάξη, και μας έκανε εντύπωση με 1-2 φίλους, εμείς είχαμε προχωρήσει, είχαμε κάνει άλλα πράγματα, είχαμε ταξιδέψει, εμάς η ζωή μας στη συνέχεια είχε ακόμα πιο συναρπαστικές περιπέτειες, ακόμα πιο αστείες ιστορίες, ακόμα πιο σπαρταριστά επεισόδια» είχε εξηγήσει.
Ο Κωνσταντίνος Τζούμας για το ίντερνετ και τη γενιά της περιπλάνησης
«Yποθέτω πως και το να σερφάρεις στο ίντερνετ είναι ένα είδος τυχοδιωκτισμού. Nα παίζεις και να επικοινωνείς. Πρέπει να πω ότι τότε, εκείνα τα χρόνια, ο τυχοδιώκτης έχαιρε μεγάλης εκτίμησης. Συνεπαγόταν ότι είναι έξυπνος, ξέρει να επιβιώνει, ερωτικός. Eίχαμε την εικόνα ενός ανθρώπου που έχει μάθει πιάνο και ταξιδεύει όπου τον φέρνουν οι έρωτες και οι φιλίες, και επί τη ευκαιρία πιάνει δουλειά σε ένα πιάνο μπαρ και όσο καθίσει εκεί, όσο κρατήσει η φιλία ή ο έρωτας παίζει το βράδυ πιάνο...» είχε απαντήσει στην ATHENS VOICE.
Ο Κωνσταντίνος Τζούμας για τη Νέα Υόρκη
«Όχι. Kαταρχήν είμαι σίγουρος ότι δεν θα μπορούσα να συνεχίσω αυτόν το ρυθμό. Δηλαδή, ένας από τους λόγους που έφυγα είναι ότι το είχα δει το έργο και είπα, όχι, δεν θέλω άλλο από αυτό! Eξού και όταν γύρισα δεν ξαναπήγα ούτε και επίσκεψη στο Mανχάταν. Δεν είχα καμία περιέργεια. Ήθελα να γνωρίσω άλλες φάσεις... Kαι άρχισα να γοητεύομαι από την Kεντρική Eυρώπη, τα καλλιτεχνικά της καφενεία. Στα Hμερολόγια του Kανέτι σου τρέχουν τα σάλια να ήσουνα εκεί, στα καφενεία του μεσοπολέμου, στη Zυρίχη, στη Bιέννη, στο Bερολίνο. Kαι να κάθεται τώρα στα διπλανά τραπέζια ο Thomas Man, ο Kokoska, ξέρεις, ο Veil, o Brecht, όλοι αυτοί, όλοι συγγραφείς απίστευτοι. Tώρα, επειδή έχει ισοπεδωθεί το σύμπαν, έχω πιο πολύ ανάγκη να μου θυμίζει ότι υπήρξε κάποτε αυτή η ατμόσφαιρα. Προσπαθώ να διασώσω στο χαρτί τι γινόταν τότε και πώς παιζότανε το παιχνίδι» είχε εξομολογηθεί ο Κωνσταντίνος Τζούμας απαντώντας στην ερώτηση αν μετάνιωσε που έφυγε από τη Νέα Υόρκη.
«Kατά κάποιον τρόπο ναι, γιατί πάρα πολλοί φίλοι και γνωστοί στην πορεία, στη διαδρομή, έχουν φλιπάρει... και πολύ ωραίοι τύποι, που περίμενε κανείς ότι είχαν βρει έναν τρόπο να κρατάνε τις ισορροπίες και να έχουν ένα μέτρο, αλλά όμως δεν... Eυχαριστιέμαι και με αυτό, ότι είμαι τυχερός, γιατί θα μπορούσε κάλλιστα να με έχει πετάξει κι εμένα έξω η ζωή, στις ξέρες...» είχε σχολιάσει χαρακτηριστικά εξηγώντας αν αισθάνεται «επιβιώσας».
Ο Κωνσταντίνος Τζούμας και η αγάπη του για το Κολωνάκι
Ο Κωνσταντίνος Τζούμας είχε αναλύσει με τον δικό του μοναδικό τρόπο τον κοσμοπολιτισμό της αθηναϊκής γειτονιάς του κέντρου μέσα από το κείμενο «Το σατέν και το μηδέν» που δημοσιεύτηκε στην ATHENS VOICE.
«Τη δεκαετία του ’60 η ηθοποιός Ρίτα Μπενσουσάν είχε δημιουργήσει το Market – ένα μίνι πολυκατάστημα με καφέ στο τέρμα της Τσακάλωφ πίσω από τον Άγιο Διονύσιο. Σ’ ένα από τα μαγαζάκια ήταν μια κοπέλα που φλέρταρε κρυφά –υποτίθεται– τον γκόμενο της Ρίτας. Μόνο που η Ρίτα ήταν γάτα και για να την εκδικηθεί, μια μέρα που η άλλη φορούσε ένα ελαφρύ φουστανάκι, ρωτώντας την “τι είναι;” και παίρνοντας την απάντηση “σατέν”, τράβηξε το φουστάνι και αφήνοντάς τη γυμνή της είπε: “To σατέν και το μηδέν”. Μια φράση που μερικοί θεωρούν πως περιγράφει το μέσα και το έξω του Κολωνακίου. Όμως το Κολωνάκι ήταν ανέκαθεν η πιο κοσμοπολίτικη περιοχή της Αθήνας.
Το νιώθαμε από τότε, στη δεκαετία του ’60, όλα εμείς τα παιδιά του Πειραιά που κατεβαίναμε στην πλατεία. Είχε άλλες μυρωδιές, ήταν διαφορετικός ο τρόπος που ντυνόντουσαν κάποιες τύπισσες, μέχρι και η επιδερμίδα τους ήταν πιο διάφανη! Εκεί συναντούσες κορίτσια να κρατάνε ένα βιβλίο των εκδόσεων Γαλαξίας – ιδανική αφορμή για να πιάσεις συζήτηση. Για μας οι κάτοικοι του Κολωνακίου ήταν περισσότερο φιλέλληνες παρά  Έλληνες –ίσως γιατί είχαν έναν ευρωπαϊκό αέρα, λόγω των πολλών ταξιδιών. Θυμάμαι να καθόμα��τε με την παρέα μου και να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι καπνό φουμάρει η διπλανή μας παρέα: “Αυτή πρέπει να πηγαίνει σχολή Δοξιάδη”, που ήταν πολύ στη μόδα, μαντεύαμε. Το κλίμα… μύριζε Λονδίνο, με φωτογράφους σαν τον Μανιάτη, τη Ρηνιώ Παπανικόλα με το δισκάδικο “Blow Up”, τη συγγραφέα Μαρία (τότε Μπερνάρ) Μήτσορα –ένας θρυλικός Μικ Τζάγκερ–, τον Φαληρέα με το θρυλικό Pop Eleven, τον Γιώργο Κούνδουρο με το μπαρ No1 στον πρώτο όροφο στη Σκουφά 1. Ο Kούνδουρος είχε την άποψη πως πάντα πρέπει να έχεις ένα στέκι, “διότι κάποια ξέμπαρκη ψυχή κάποτε θα περάσει και θα θελήσει τη συντροφιά σου, γι’ αυτό πρέπει να είσαι πάντα εκεί”, έλεγε.
Εκτός από αυτούς τους “λονδρέζους” συναντούσες και εκπροσώπους της γερμανικής –δες Ροντήρη– αλλά και της γαλλικής κουλτούρας, όπως κυρίες με λουλακί μαλλί που σύχναζαν στου Μπόκολα, εκεί που είναι τώρα το Da Capo. Μιλούσαν ελληνικά με γαλλική προφορά: “Μολών λαβιεεέ”! Παρά τον κοσμοπολιτισμό τους ήταν αθώες. Βλέποντας τα αγόρια με τα τριπαρισμένα μάτια να συχνάζουν για να φάνε λουκουμάδες, μουρμούριζαν “Αx, τι ωραία που οι νέοι σέβονται τα παραδοσιακά γλυκά μας!”, ενώ αυτά ήταν λιώμα από τα χασίσια και το μόνο που θέλανε ήταν να φάνε κάτι γλυκό.
Μια φορά μια φίλη παραπονιόταν πως δεν υπάρχουν πια άνδρες που να είναι και έτσι και αλλιώς – εξαιρώντας εμάς. “Δηλαδή, βρε παιδί μου, πώς θέλεις να είναι;” την είχα ρωτήσει. “Να είναι σαν αυτόν!” μου απάντησε και μου έδειξε τον… Τζον Κασαβέτις, που στεκόταν στο περίπτερο! Έτυχε να τον είχα γνωρίσει στην Αμερική, έτσι σηκώθηκα να τον φέρω στην παρέα. Δέχτηκε, αλλά εμφανίστηκαν δύο με μια Μερσεντές από το ��ραφείο του Δημητριάδη, που τότε αναλάμβανε ξένες κινηματογραφικές παραγωγές στην Ελλάδα, και τον πήραν – έπαιζε στην “Τρικυμία” του Μαζούρσκι, που γυριζόταν στο Αγκίστρι. Έβλεπες συχνά σταρ, όπως τον Φρανκ Σινάτρα, τον Ζιλμπερτ Μπεκό, τον Σαρλ Αζναβούρ, τη Ρόμι Σνάιντερ, τον Μπελμοντό… Έπιαναν κουβέντα μαζί σου, μπορεί να έπαιζε και κανένας έρωτας. Τώρα βλέπεις μόνο κάτι τηλεοπτικές φάτσες…
Ήταν ένα ωραίο καφέ μπαρ, το Piccolo στην Πατρ. Ιωακείμ & Αναγνωστοπούλου, αλλά με μια ιδιαιτερότητα. Μαζευόντουσαν διάφοροι χαριτωμένοι φτωχοδιάβολοι ή κάποιες μούρες-βετεράνοι, μεταξύ αυτών και ένας πρωταθλητής του πινγκ-πονγκ με φάτσα Αλέν Ντελόν. Αυτοί ξέρανε σε πιο μπαλκόνι έπαιζε κάποιο καλό γυμνό ώστε να πάρουν μάτι, και είχαν στο μυαλό τους να αρπάξουν και καμία τσάντα. Εκεί λοιπόν, ένα μεσημέρι με απίστευτη ζέστη, είδαμε την κουκλάρα, τη Βερούσκα –τη θυμάσαι στο “Blow-Up” του Αντονιόνι;–, καθισμένη με μια τέτοια παρέα! Ούτε στη Λυκόβρυση ούτε στο Βυζαντινόν, που ήταν πιο σικάτα! Γενικά τότε δεν υπήρχαν “φυλές”. Όλοι μπερδευόντουσαν με όλους.
Ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής ήταν η γενναιοδωρία. Δεν υπήρχε περίπτωση να καθόσουν δίπλα σε μια φυσιογνωμία, όπως ο Χατζιδάκις, και να σε άφηνε να πληρώσεις! Ή θυμάμαι τον Χαρίλαο, είχε σαπουνοποιία, για τον οποίο λέγανε πως έπαιζε χαρτιά με τους Ρότσιλντ και συνόδευε στην όπερα την Γκάρμπο. Γε-ναι-ό-δω-ροι με ευγένεια και πολιτισμό, που διατηρούσαν ακόμη και στις εκπαραθυρώσεις τους. Και με τα ρούχα συνέβαινε αυτό. Σου άρεσε κάτι; Σου δάνειζε το αναθεματισμένο βελούδινο σακάκι, για να πας στο πάρτι το βράδυ. Καμία σχέση με τη σημερινή επίδειξη. Δεν ζητιόταν ούτε οικονομική επιφάνεια, ούτε σε ρωτούσαν σε ποιο κολέγιο πηγαίνεις.
Έπεφταν ξενύχτια με πολλές συζητήσεις – δεν έπαιζαν μόνο πειράγματα και γκομενιλίκα. Όλα αυτά  μέχρι τις αρχές του ’70. Τότε άρχισαν τα πολλά ναρκωτικά, εμφανίστηκαν καινούργιες πιάτσες και ξεκίνησαν οι διαρροές προς άλλες γειτονιές. Η δεκαετία του ’80 έφερε τη μεγάλη αλλαγή και καινούργιες τάξεις εμφανίστηκαν. Ευτυχώς, όμως, το Κολωνάκι ήταν ήδη χτισμένο κι έτσι γλίτωσε από τα οχυρωματικά έργα που έχτισαν σε άλλες συνοικίες οι νεόπλουτοι. Παραμένει μποέμ και χαλαρό. Γιατί μπορεί να είναι καταγραμμένο στη συνείδηση πολλών σαν μια πανάκριβη συνοικία με ακριβά καταστήματα κ.λπ., ωστόσο εκτός της πλατείας παραμένει μια γειτονιά με φούρνους, καθαριστήρια και φαγητό, από το πιο απλό μέχρι σκουπίδια πολυτελείας. Και με βολεύει απόλυτα. Σήμερα που δεν είμαι νέος, θέλω όλα να τα έχω στα πόδια μου. Αν και το αστείο είναι πως κάθε δεκαετία πιάνω τον εαυτό μου να κατεβαίνει προς τα κάτω· να μειώνω την ανηφόρα.
Όταν αναμόρφωναν την πλατεία, κάποιες κυρίες μουρμούριζαν. “Κύριε Τζούμα, εσείς που έχετε εκπομπή στο ραδιόφωνο, πρέπει να το καταγγείλετε. Την καταστρέφουν!” “Για καθίστε”, απάντησα, “λέτε συνέχεια τι ωραία που ήταν η πλατεία κάποτε! Γιατί ήταν ωραία; Κάτι φαντάροι με μπέιμπι σίτερ σύχναζαν και είχε και κάποια ουρητήρια. Ποια ήταν η ομορφιά της, δηλαδή; Τώρα είναι γεμάτη από νέα παιδιά που κάνουν σκέιτ μπορντ”. Όλα αυτά είναι εφηβικά κολλήματα. Νομίζω πως οι περισσότεροι γκρινιάζουν γιατί πέρασε η ηλικία που ένιωθαν ερωτικά επιθυμητοί. Γιατί πέρασε εκείνη η εποχή που ήταν περιζήτητοι/τες στα κρεβάτια και τώρα κάτι ξεσαλωμένες κλέβουν την παράσταση. Γι’ αυτό όμως δεν φταίει η πόλη. Πρέπει να δεχόμαστε πως έχουμε περάσει λίγο πιο πίσω, πως οι σημερινοί νέοι έχουν τον πρώτο λόγο, πως η ζωή προχωράει με τα καλά της και τα αρνητικά της. Αυτό χρειάζεται. Τίποτα περισσότερο».
Ο θεατρικός Κωνσταντίνος Τζούμας
«Θεατρίνος είμαι. Αλλά στην ουσία ξέρω πολύ καλά ότι κάθε φορά προετοιμάζω με μεγάλη ακρίβεια το επόμενο λάθος μου. Έχω πειστεί για αυτό. Δεν έχω ψευδαισθήσεις ότι θα πάω για κάτι μεγάλο και υψηλό… αυτό μου διαφεύγει!» είχε σημειώσει χαρακτηριστικά ο Κωνσταντίνος Τζούμας σε μία άλλη συνέντευξή του στην ATHENS VOICE με αφορμή τη μεταμόρφωσή του στον ποιητή των ηδονών στην παράσταση «Κ. Π. Καβάφης Αυτοβιογραφούμενος».
«Οι καλλιτέχνες παλεύουμε με τη μαγεία, δεν μας ενδιαφέρουν οι εξηγήσεις. Ο καλλιτέχνης είναι ένας ταχυδακτυλουργός, ο οποίος βγάζει κι εγώ δεν ξέρω τι μέσα απ’ τα μανίκια του. Η τέχνη δεν έχει φύλο. Μπορεί να σου έρθει από κει που δεν την περιμένεις. Δεν έχει να κάνει ούτε με διπλώματα που μπορεί να σου εξασφαλίσει η προνομιούχα οικονομική θέση της οικογένειάς σου και να σε στείλει σε ένα ακριβό κολέγιο. Αν είσαι κούτσουρο, κουτσουράκι θα παραμείνεις και κάποιο παιδί από κάποια μακρινή Φλώρινα ή Αλεξανδρούπολη, που το ’χει αυτό το θεϊκό πράγμα που λέγεται ταλέντο, θα εμφανιστεί και θα κάνει κάτι μαγικό» είχε εξηγήσει.
Κωνσταντίνος Τζούμας: Τη βαριέμαι την Αθήνα έτσι όπως έχει γίνει.
«Τα τελευταία χρόνια κάνω μια πάρα πολύ μεγάλη προσπάθεια να βρω στην Αθήνα κάτι που να μου αρέσει γι’ αυτό και με την παραμικρή ευκαιρία δραπετεύω στο εξωτερικό. Τη βαριέμαι την Αθήνα έτσι όπως έχει γίνει» είχε δηλώσει τον Δεκέμβριο του 2019 στην παρουσίαση του βιβλίου της ATHENS VOICE και του Μάκη Προβατά «21 υπέροχοι Έλληνες μιλούν για την Αθήνα».
Είτε τον άκουγες, είτε τον έβλεπες, είτε τον διάβαζες, ο Κωνσταντίνος Τζούμας ήταν ένας άνθρωπος που διέφερε σε μία χώρα που παλεύει να λύσει τις διαφορές τις και να δεχτεί το διαφορετικό.
Daily inspiration. Discover more photos at http://justforbooks.tumblr.com
5 notes · View notes